Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου. Η υπόθεση του λόγου

 

Ο Τίμαρχος ανήκε στην πολιτική παράταξη του Δημοσθένη και μετά την υπογραφή της «Φιλοκρατείου Ειρήνης» (346 π.Χ.) κατηγόρησε τον Αισχίνη για παραπρεσβεία, δηλαδή, όταν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη με τον Φίλιππο, έβλαψε με τις ενέργειες την πόλη του. (Δες και τον ομώνυμο λόγο του Αισχίνη).

Ο Αισχίνης από την πλευρά του, προσπαθώντας να αναβάλει ή να ματαιώσει τη δίκη αυτή, επικαλέστηκε τον νόμο για τη δοκιμασία των ρητόρων, δηλαδή ανάγκασε τον Τίμαρχο να αποδείξει σε δίκη ότι δεν είχε υποπέσει σε αδικήματα, τα οποία στερούσαν από τους Αθηναίους το δικαίωμα να παίρνουν τον λόγο σε δημόσιες συνελεύσεις.

Ο Αισχίνης λοιπόν αναφέρθηκε διεξοδικά στους νόμους που καθόριζαν την πρέπουσα διαγωγή των πολιτών και τη δημόσια ευκοσμία, ενώ στη συνέχεια επικαλέστηκε την κοσμιότητα εμβληματικών μορφών της αθηναϊκής πολιτείας. Κάλεσε, μάλιστα, τους ακροατές του να θυμηθούν έναν ανδριάντα, που αναπαριστούσε τον Σόλωνα με τα χέρια κρυμμένα κάτω από τον μανδύα, στάση με την οποία ο νομοθέτης μιλούσε προς τον λαό, γιατί ήθελε να είναι κόσμιος στη συμπεριφορά του.

Στη συνέχεια παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά που αποδείκνυαν τη φαυλότητα και ανηθικότητα του Τιμάρχου - κατασπατάληση της πατρικής περιουσίας, διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και άλλα.

Ακολούθως προσπαθεί να αντικρούσει εκ των προτέρων τα αναμενόμενα επιχειρήματα της υπεράσπισης. Βρίσκει έτσι ευκαιρία να στραφεί πλέον και ενάντια στον ομοϊδεάτη και συνήγορο του Τιμάρχου, τον Δημοσθένη.

Η δίκη έγινε το 346 π.Χ. και ο Τίμαρχος κρίθηκε πρόσωπο μειωμένης αξιοπιστίας και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ευσταθεί και η κατηγορία που έκανε για παραπρεσβεία. Τρία χρόνια αργότερα, το 343 π.Χ. ανέλαβε ο Δημοσθένης να κατηγορήσει τον Αισχίνη για παραπρεσβεία και τότε ο ρήτορας εκφώνησε τον λόγο του «Περί της Παραπρεσβείας».