Δημοσθένης, Κατά Αριστογείτονος Α΄. Η υπόθεση του λόγου

Ο Αριστογείτων εισήγαγε ψήφισμα για έγκριση προκειμένου να καταδικαστεί για ιεροσυλία ο Ιεροκλέας. Ο γιος του Ιεροκλέα, Φανόστρατος, και ο Δημοσθένης απέδειξαν ότι το ψήφισμα ήταν παράνομο και το δικαστήριο επιδίκασε ως ποινή στον Αριστογείτονα 5 τάλαντα για το δημόσιο ταμείο (όφλημα). Κατηγόρησε επίσης τον Ηγέμονα και επειδή δεν μπόρεσε να αποδείξει την κατηγορία καταδικάστηκε να πληρώσει 1.000 δραχμές.

Το χρέος προς το δημόσιο αυξάνονταν και ο Αριστογείτων δεν το πλήρωνε. Νόμος όριζε ότι οφειλέτης προς το κράτος δεν μπορούσε να ασκεί κανονικά τα πολιτικά του δικαιώματα ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου.

Ο Αρίστων επίσης κατηγόρησε τον Αριστογείτονα ότι έχει και τρίτο χρέος προς το δημόσιο. Αυτός αντιστάθηκε φέρνοντας πρόταση πως η κατηγορία του Αρίστωνα είναι παράνομη και πρέπει να τιμωρηθεί.

Ο Δημοσθένης και ο Λυκούργος ανέλαβαν να πείσουν το δικαστήριο ότι η κατηγορία του Αρίστωνα είναι νόμιμη και ο Αριστογείτων δεν έχει δικαίωμα να εισάγει προτάσεις κατηγορίας εναντίον οποιουδήποτε, διότι ως οφειλέτης του δημοσίου εξαιρείται.

Ο Αριστογείτων δηλαδή είναι ένας συκοφάντης και, ενώ επανειλημμένα έχει καταδικαστεί για τη δράση του, προχωρεί σε δημόσιες ενέργειες απαγορευμένες από δικαστικές αποφάσεις.

Στον λόγο αυτόν επισημαίνεται η ευθύνη των δικαστών να διατηρήσουν με την απόφασή τους την αξιοπιστία και το κύρος τους, δηλαδή να στερήσουν από τον Αριστογείτονα τη δυνατότητα να καταγγέλλει και ταυτόχρονα περιγράφεται η στάση του Αριστογείτονα απέναντι στους νόμους της πόλεως.