Δημοσθένης, Κατά Τιμοκράτους. Η υπόθεση του λόγου

Μια αθηναϊκή τριήρης συνέλαβε ένα εμπορικό πλοίο από τη Ναύκρατη της Αιγύπτου. Κυβερνήτες του αθηναϊκού πλοίου ήταν ο Λυσιθείδης και ο Αρχέβιος. Η τριήρης μετέφερε τρεις πρέσβεις: Τον Ανδροτίωνα, το Γλαυκέτη και το Μελάνωπο.

Το φορτίο του πλοίου πουλήθηκε αντί 9 ταλάντων και 30 μνων. Τα χρήματα αυτά, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, έπρεπε να κατατεθούν στο δημόσιο ταμείο. Επειδή, όμως, δεν έγινε κάτι τέτοιο, η υπόθεση έφτασε στην Εκκλησία του Δήμου. Εκεί αποδείχθηκε ότι τα χρήματα αυτά δεν τα είχαν καταχραστεί οι κυβερνήτες του πλοίου αλλά οι τρεις πρέσβεις.

Οι τρεις πρεσβευτές, λοιπόν, ήταν υποχρεωμένοι να εξοφλήσουν το χρέος μέσα στις νόμιμες προθεσμίες και αν δεν μπορούσαν να το αποδώσουν σ’ αυτές τις προθεσμίες, θα πλήρωναν το ποσό στο διπλάσιο.

Οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν με κάθε μέσο να αποφύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Εμφανίστηκε ο Τιμοκράτης και πρότεινε, σε έκτακτη συνέλευση νομοθετών, να ψηφιστεί νόμος που να παρατείνει την προθεσμία καταβολής χρέους προς το δημόσιο. Ο Τιμοκράτης ήταν πολιτικός φίλος του Ανδροτίωνα και πολύ πλούσιος.

Επειδή, λοιπόν, η υπόθεση πήρε τέτοια τροπή, ο Ευκτήμων και ο Διόδωρος κατήγγειλαν τον Τιμοκράτη ότι πρότεινε νόμο παράνομο και μη συμφέροντα για το δημόσιο.

Ο λόγος αυτός γράφτηκε από τον Δημοσθένη το 353/2 π. Χ. και τον εκφώνησε ο Διόδωρος.