Ιερόν πυρ και Ορέστεια

 

Εδώ κι επτά χρόνια οι εκδηλώσεις για τα Ορέστεια αρχίζουν με τη μεταφορά της φλόγας από εκκλησάκι των Καστανιών στα σύνορα Ελλάδας - Τουρκίας. Το σκεπτικό αυτών που εμπνεύστηκαν το τελετουργικό της φλόγας είναι προφανές: θέλουν να συνδέσουν τη Νέα Ορεστιάδα με το Κάραγατς.

Σε ένα άλλο άρθρο μου έλεγα ότι ο Νεοέλληνας έχει μια διεστραμμένη σχέση με την παράδοσή του και αυτό αποκαλύπτεται σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής μας συμπεριφοράς. Η αρχαιοελληνική παράδοσή μας είναι τόσο ισχυρή, που δεν μπορούμε να αποκοπούμε από αυτή και έτσι προσπαθούμε να συνδεθούμε μ’ αυτή με οποιονδήποτε τρόπο μας εξυπηρετεί.

Η φλόγα για την οποία μιλούμε είναι το ιερόν πυρ [1] που μετέφεραν οι άποικοι από τη μητρόπολη στη νέα τους πατρίδα. Το ιερόν πυρ τηρούνταν άσβεστο στην αποικία και συμβόλιζε τους άρρηκτους δεσμούς αποικίας και μητρόπολης. Η Νέα Ορεστιάδα δεν είναι αποικία του Κάραγατς. Το Κάραγατς είναι μητρόπολη, αλλά η σχέση της μ’ αυτό είναι σχέση αποκοπής και ξεριζωμού.

Η μεταφορά της φωτιάς στην αρχή των Ορεστείων είναι μια εκδήλωση καλλιτεχνικής προχειρότητας (εκδήλωση κιτς [2]: αταίριαστο, μη συμβατό). Οι πιο γνωστοί συμβολισμοί ιερού πυρός είναι δύο. Η Ολυμπιακή φλόγα, που προέρχεται από τις ακτίνες του ηλίου και ανάπτεται στον ιερό χώρο της Ολυμπίας με πλήρη φυσικό τρόπο και το άγιον φως της χριστιανικής μας παράδοσης, που προέρχεται από τα άδυτα του ναού στα Ιεροσόλυμα.

Για τις ανάγκες κάποιων άλλων παγκόσμιων εκδηλώσεων άρχισαν προσφάτως να ανακαλύπτονται και άλλες «φλόγες». Έτσι, επί παραδείγματι, για την τέλεση των αγώνων του Παγκόσμιου Αεραθλητισμού στην Ισπανία, από την Ικαρία, πατρίδα του Ικάρου (sic), θα μας προκύψει η Ικάρια φλόγα [3]. Αν αυτή η ενέργεια εντάσσεται σε μια πολιτική προβολή της χώρας μας και σύνδεσης της Ελλάδας με όλα τα πολιτιστικά στοιχεία της Υφηλίου, δεν είναι καθόλου μεμπτόν.

Το να ανακαλύπτει όμως μια πόλη μια «φλόγα» και να προσπαθεί να δώσει κύρος στις εκδηλώσεις της μέσω αυτής, το λιγότερο που θα μπορούσαμε να πούμε, είναι ότι υποβαθμίζονται οι δύο παραπάνω κύριοι συμβολισμοί της φλόγας.

Τα επιτεύγματα των προγόνων μας τα χρησιμοποιούμε ως δείκτες για να μπορέσουμε και εμείς να δημιουργήσουμε το δικό μας πολιτισμό, τη δική μας παράδοση. Εκείνο όμως που μας δείχνουν οι πρόγονοί μας είναι η χρησιμοποίηση του ορθολογισμού.

Η μνήμη της χαμένης πατρίδας επιβάλλεται να τηρείται και μάλιστα με μια πιο μόνιμη και σταθερή έννοια. Η φλόγα των Ορεστείων θα καίει για μια μέρα ή το πολύ στη διάρκεια των επτά ημερών του εορτασμού.

Αντί της αφής και μεταφοράς της φλόγας θα ήταν προτιμότερο να βρεθεί μια άλλη μορφή μνήμης, που αφήνεται στην έμπνευση και τη γνώση των δημοτών μας να διατυπωθεί. Η δική μου άποψη είναι ότι θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα ακόμη άλσος με 78 δένδρα και κάθε χρόνο να φυτεύεται, την πρώτη μέρα των Ορεστείων, ένα δένδρο, που θα συμβολίζει τα γενέθλια χρόνια της πόλης.

Παράλληλα επί της Βασιλέως Κωνσταντίνου και στο τμήμα από το Σ. Σταθμό μέχρι την κεντρική πλατεία, κατά μήκος των δεξιών και αριστερών πλευρών της πρασιάς, μπορούν να στηθούν μαρμάρινες προτομές 78 προσώπων της πολιτικής, θρησκευτικής, στρατιωτικής, οικονομικής και πνευματικής ζωής του τόπου, με το βιογραφικό τους, κατά το πρότυπο της στήλης του Γ. Σταθάτου. Αυτονόητο είναι ότι το Δημοτικό Συμβούλιο -ομόφωνα- θα επιλέγει τα πρόσωπα, που βέβαια δεν θα βρίσκονται εν ζωή.

Τα Ορέστεια του έτους 2001 απέδειξαν ότι μπορούν να δοκιμαστούν καινούριες μορφές εκδηλώσεων και να επιτύχουν. Η εκδήλωση του beach volley ήταν μια καινούρια εκδήλωση, που αποδεδειγμένα ο κόσμος τη χάρηκε, γιατί είχε άμεση σύνδεση με αυτό στο οποίο ξεχωρίζει, το volley.

Το να επιμένουμε να μιμούμαστε, μέσω της φλόγας, περιοχές, που κατά κύριο λόγο συνδέονται με αυτή (Ολυμπία-Ιεροσόλυμα), είναι παραλογισμός και δικαίως ο κόσμος δεν το αποδέχεται με ενθουσιασμό.

 


[1] Τσακτσίρας Λ.- Τιβέριος Μ., Ιστορία των Αρχαίων Χρόνων ως το 30 π.Χ., ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1989, σ. 93.

[2] Τεγόπουλος - Φυτράκης, Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα, 1991, σ. 378 και Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της ΝΕ Γλώσσας, Αθήνα, 1998, σ. 899.

[3] Έθνος, 17 Ιουνίου 2001, σ. 55.

 

Πρώτη δημοσίευση: Κούζας Ιωάννης, Μεθόριος, 04-07-2001