ΑΡΧΙΚΗ Α΄ Λυκείου ΝΕ Λογοτεχνία 03

mikros apoplous    perseus

wikisource 1    bibliotheca augustana

tlg    mythologia 1

liddell scott_lexicon    liddel scott_1

Εκτύπωση E-mail

Να επιλέξετε μόνο το ένα από τα δύο θέματα και να απαντήσετε σε όλες τις αντίστοιχες ερωτήσεις.

 

1ο ΘΕΜΑ

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ: Τα Ματωμένα Χώματα, Διδώ Σωτηρίου (απόσπασμα)

      

Στο σπίτι δυο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του Θεού και του πατέρα, γιατί μ’ αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξή μας. Τη μάνα μας τη βλέπαμε σαν τον σκεπασμένο ήλιο, που τον μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτάνουνε ίσαμ’ εσένα να σε ζεστάνουνε. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να μας χαϊδέψει, να μας πάρει στα γόνατά της και να μας πει ένα παραμύθι. Ξύπναγε ολοχρονίς χαράματα, άναβε φωτιά, έστηνε τσουκάλι, να προκάνει τόσα στόματα. Ύστερα είχε πάντα στην κούνια κι ένα μυξιάρικο να τσιρίζει. Είχε να πλύνει τα ζωντανά, να βάλει σκάφη, να ζυμώσει, να πλύνει, να γυροφέρει το νοικοκυριό, να πιάσει βελόνι. Όλο το χωριό μιλούσε για την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη της.

Η αλήθεια είναι πως και το γέρο μου τον σέβονταν ο κόσμος, γιατί κρατούσε λόγο, ήταν τίμιος στο αλισβερίσι, φιλόξενος και προκομμένος. Τον σήκωνε πολύ η αρχοντοκαμωσιά του, ψηλόλιγνος καθώς ήταν και σγουρομάλλης, με βαθιά γαλάζια μάτια και στρωτά γερά δόντια, που τα πήρε ατόφια στον τάφο του. Για τούτο και καμάρωνα, όταν οι γειτόνισσες λέγανε στη μάνα μου: «Ο γιος σου, ο Μανόλης, είναι φτυστός ο μπαρμπα-Δημητρός».

Νύχτα με τ’ άστρα, σηκωνόταν ο πατέρας απ’ το γιατάκι του. Πρωτόβαζε τη φέσα του και ύστερα την τσόχινη βράκα του, τα τουζλούκια και τα ποδήματά του. (Κάλτσες δε φορούσε. Έλεγε πως τον στεναχωρούσανε και βλάφτανε στην υγεία του). Νιβόταν με θόρυβο. Έκανε το σταυρό του μπρος στα εικονίσματα, καψάλιζε λίγο σταρένιο ψωμί στη θράκα, το βουτούσε στο μπρούσκο και το ’κανε κρασοψιχιά, έτρωγε και καμιά ελιά, έφτυνε το κουκούτσι και λίγες βρισιές μαζί για γούρι και ξεκινούσε στητός και ανάλαφρος για τα χτήματα.

Δούλευε δεκάξι με δεκαοχτώ ώρες δίχως να ξαποστάσει. Σήκωνε μονάχος του γομάρια εξήντα εβδομήντα οκάδες, μα ποτέ δεν τον άκουγες να βαρυγκομήσει. Η τσάπα και τ’ αλέτρι γίνονταν υπάκουα στο χέρι του. Τα ζωντανά τον τρέμανε και τον αγαπούσανε συνάμα, γιατί τα φρόντιζε περισσότερο απ’ όσο φρόντιζε εμάς.

Με το σούρουπο γύριζε στο σπίτι δίχως να σταθεί σε καφενέ. Έπιανε το μπουκάλι το ρακί, κατέβαζε κάμποσες γερές ρουφηξιές, έτρωγε το φαϊ που του φύλαγε η μάνα. Κατά την περίσταση έδερνε δυο τρεις από μας κι έπεφτε μπαϊλντισμένος στον ύπνο, να ροχαλίζει και να τρέμει ο τόπος.

Κουβέντα δεν του ’παιρνες ούτε Κυριακή ούτε χρονιάρα μέρα. Κανένας μας δεν τολμούσε να μιλήσει μπροστά του. Είχαμε μάθει να τα λέμε όλα με τα μάτια, τους θυμούς, το παράπονο, τις πονηριές ή τις χαρές μας.

 

 

Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 

1α. Να διακρίνετε και να περιγράψετε τους λογοτεχνικούς ήρωες, κάνοντας παραπομπές στο κείμενο σε σχέση με τον κοινωνικό τους ρόλο, τα στερεότυπα που τους περιβάλλουν και τις σχέσεις των δύο φύλων.

(μονάδες 25)

  

1β. Να αναφέρετε το θέμα του κειμένου.

(μονάδες 25)

 

2α. Να αλλάξετε τον αφηγητή της ιστορίας, προκειμένου να δοθεί έμφαση στη «φωνή» του πατέρα.

(μονάδες 25)

 

2β. Να ταυτιστείτε με κάποιον ήρωα του κειμένου και να γράψετε μία σελίδα του ημερολογίου του.

(μονάδες 25)

 

2ο ΘΕΜΑ 

Α. ΠΟΙΗΣΗ

  

1. Αγορά, Κωστής Παλαμάς

Πάντα διψάς – όπως διψάει το πρωτοβρόχι

στεγνή καλοκαιριά – το βλογημένο σπίτι

και μια κρυφή ζωή σα δέηση ερημίτη,

αγάπης κι αρνησιάς ζωούλα σε μια κόχη.

 

Διψάς και το καράβι που το πέλαο το ’χει,

κι όλο τραβάει με τα πουλιά και με τα κήτη,

κι είναι μεστή η ζωή του μ’ όλο τον πλανήτη

και το καράβι και το σπίτι σου είπαν «Όχι!»

 

Μήτε η παράμερη ευτυχιά που δε σαλεύει,

μήτε η ζωή π’ όλο και νέα ψυχή της βάνει

κάθε καινούρια γη και κάθε νιο λιμάνι.

 

Μόνο τ’ αλάφιασμα του σκλάβου που δουλεύει

σέρνε στην αγορά τη γύμνια του κορμιού σου,

ξένος και για τους ξένους και για τους δικούς σου.

 

2. Τα τείχη, Κ. Π. Καβάφης

 

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
  μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.


Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

 

3. Απόσπασμα από την Ενδοχώρα του Ανδρέα Εμπειρίκου

Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της

όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ’ άνθη μιλούν.

Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.

Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

  

Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 

1α. Να αναγνωρίσετε τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής και της μοντέρνας ποίησης και να διακρίνετε τα  ποιήματα σε παραδοσιακά και μοντέρνα με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά.

(μονάδες 30)

 

1β. Να κατατάξετε τα ποιήματα σε μια σειρά από το πιο παραδοσιακό ως το πιο υπερρεαλιστικό και να ανιχνεύσετε το λογοτεχνικό κίνημα στο οποίο εντάσσεται το καθένα.

(μονάδες 20)

 

2α. Να εντοπίσετε τις πιο «ποιητικές» και τις πιο «καθημερινές» λέξεις στα ποιήματα και να τις τοποθετήσετε σε πίνακα με δύο στήλες.

(μονάδες 25)

 

2β. Να εντοπίσετε τα σύμβολα σε όσα ποιήματα υπάρχουν και να τα κατατάξετε σε κατηγορίες ανάλογα με το είδος τους (αντικείμενα, φυσικά φαινόμενα, εικόνες, ήχοι).

 

                    (μονάδες 25)  

Σπυροπούλου Μαρία, Φιλόλογος ΕΠΑΛ Καλύμνου