ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΑ Η αναξιοπιστία της πολιτικής επηρεάζει τη δημοσιογραφία
PDF Εκτύπωση E-mail

Η κορύφωση της αναξιοπιστίας της πολιτικής επηρεάζει τη δημοσιογραφία

 

Συνέντευξη της Σ. Ιορδανίδου στην Ελένη Μαυρούλη

 

Η κρίση στα ΜΜΕ είναι βαθύτατα πολιτικό και οικονομικό θέμα, όχι μόνο τεχνικό - τεχνολογικό. Η πολιτική και η δημοσιογραφία είναι έννοιες που δεν ξεχωρίζουν. Ζούμε την βαθύτατη στιγμή της αναξιοπιστίας στην πολιτική και δεν θα έμενε ανεπηρέαστη η δημοσιογραφία, δήλωσε στο ΚΥΠΕ η Σοφία Ιορδανίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΑΠΚΥ).
Η κ. Ιορδανίδου μιλούσε μετά την ολοκλήρωση με επιτυχία του τριήμερου συνεδρίου «Retreat Conference 2016. Ψηφιακή Δημοσιογραφία: μια απάντηση στην κρίση των Μέσων Ενημέρωσης;», που διοργανώθηκε από το Advanced Media Institute,  Εφαρμοσμένη Έρευνα στην Επικοινωνία και τη Δημοσιογραφία, το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Επικοινωνία και Νέα Δημοσιογραφία» του ΑΠΚΥ και την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης στην Αθήνα.

Ανέφερε ότι οι τελευταίες μετρήσεις του Reuters Institute δείχνουν γενικά στον κόσμο της Δύσης ένα υψηλό ποσοστό έλλειψης εμπιστοσύνης του κόσμου απέναντι στα ΜΜΕ. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό φθάνει το 80%. Όπως ακούστηκε πολλές φορές στο συνέδριο, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα η κρίση των ΜΜΕ, αφορά όλο τον κόσμο της Δύσης. Δεν αλλάζει όμως στην ουσία κάτι. Η μοναδική πραγματικότητα, σημειώνει, είναι ότι τα ΜΜΕ έχασαν το μεγάλο πλεονέκτημά τους να λένε «το είπε η τάδε εφημερίδα, το είπε το τάδε κανάλι». Αυτό τώρα έγινε μειονέκτημα, αντιστράφηκε η  αίσθηση.

Ως προς το κατά πόσο το διαδίκτυο μπορεί να αποτελέσει την απάντηση σε αυτήν την κρίση, η κ. Ιορδανίδου είπε ότι αυτή τη στιγμή οι μετρήσεις δείχνουν ότι ολοένα περισσότερος κόσμος στρέφεται προς αυτό. Αλλά εκτιμά ότι είναι πολύ νωρίς ακόμη να πει κανείς με βεβαιότητα ότι το διαδίκτυο είναι η απάντηση. Σίγουρα το διαδίκτυο ανοίγει νέους δρόμους και νέους τρόπους επικοινωνίας. Έστω και επίπλαστα, έστω και ψεύτικα, έστω και παραπλανητικά, δίνεται η εντύπωση ότι σχηματίζεται ένα πεδίο ελεύθερο και δημοκρατικό στο οποίο ο πολίτης μπορεί να κινηθεί και να εκφραστεί, επεσήμανε.

Πρόσθεσε, όμως, ότι από τη στιγμή που η παραμετροποίηση γίνεται από επιχειρηματίες, από πολυεθνικές, ή εταιρείες ή και ιδιώτες, κατά την γνώμη της δεν είναι το μέσο του πολίτη. Σαφώς μπορεί ο πολίτης να εκφραστεί εκεί και να δικτυωθεί με άλλους πολίτες. Γι’ αυτό, όμως, υπάρχει ένα κόστος. Αργά ή γρήγορα θα το συνειδητοποιήσει και ο πολίτης το κόστος. Το γεγονός ότι είναι ελεύθερο για να μπεις και να δικτυωθείς ή να εκφραστείς, χωρίς να πληρώνεις κάτι, και με δεδομένο ότι τα πάντα κοστίζουν σήμερα έστω και για την εταιρεία που ανέπτυξε αυτό το μέσο ή έκανε την παραμετροποίηση, σημαίνει ότι από κάπου θα πληρωθεί αυτό, ανέφερε.

Και αυτό, επεσήμανε, είναι ένα από τα σημαντικά σημεία που αναδείχτηκαν στο συνέδριο, όπου έλεγε ο Καθηγητής Νταν Γκίλμορ ότι προτιμά να πληρώσει ένα ποσό για να ξέρει ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν τα προσωπικά του δεδομένα, παρά να έχει την αίσθηση ότι είναι δωρεάν και μετά να μην έχει κανέναν απολύτως έλεγχο για το πού καταλήγουν τα προσωπικά του δεδομένα.

Το διαδίκτυο λοιπόν, συνέχισε, είναι ένας καινούργιος κόσμος που σου δίνει την εντύπωση ότι μπορείς να κινηθείς ελεύθερα αλλά κρύβει και παγίδες. Είναι και σε πολύ μεγάλο βαθμό κίνδυνος γιατί ήδη, σε πολύ λίγα χρόνια, εξαφανίστηκε το μεγαλύτερο μέρος των μέσων και επικράτησε το facebook. Αυτή τη στιγμή η δημοσιογραφία έχει μεταφερθεί στο facebook. Αυτό είναι τεράστιος κίνδυνος. Η δημοσιογραφία δεν μπορεί να είναι στο facebook, γιατί εκεί μπερδεύεται ποιος είναι δημοσιογράφος, ποιος δεν είναι, ποιος τηρεί τους κώδικες, ποιος δεν τους τηρεί. Ο κόσμος χρειάζεται να επιμορφωθεί, να εγγραμματιστεί για να μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι είδηση, τι είναι προπαγάνδα, και τι δεν είναι είδηση.

Κληθείσα να σχολιάσει τη δυνατότητα να μετατρέπονται, διά του διαδικτύου και των νέων τεχνολογιών, οι πολίτες σε δημοσιογράφους, η Σοφία Ιορδανίδου σημείωσε ότι δεν πρόκειται και για τόσο καινούργια δυνατότητα καθώς γι’ αυτήν είχε μιλήσει πριν από χρόνια ο Γκίλμουρ, δηλαδή για το ότι ο καθένας από εμάς μπορεί να μεταμορφωθεί από παθητικός αποδέκτης σε ενεργό παραγωγό, να παραγάγει και να μεταφέρει μηνύματα.

Αυτό, πρόσθεσε,  δεν σημαίνει ότι όλοι μπορούν ή θέλουν να γίνουν δημοσιογράφοι. Όπως υπογράμμισε, το να είσαι δημοσιογράφος πρέπει και να το πιστεύεις, και να το θέλεις, και να μπορείς να το κάνεις. Δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, έβγαλα μια φωτογραφία, την ανέβασα στο διαδίκτυο, είμαι δημοσιογράφος. Ο δημοσιογράφος, συνέχισε, θέλει δέσμευση. Απαιτεί ηθική, δεοντολογία, γνώση, εξειδικευμένη γνώση, εργαλεία, δεξιότητες, τεχνική. Απαιτούνται πολλά άλλα για να καταφέρει το αυτονόητο: να ξανακερδίσει τη χαμένη αξιοπιστία.

Ο κόσμος, εκτιμά η κ. Ιορδανίδου, δεν θα σταματήσει ποτέ να θέλει να ενημερώνεται όσο και αν το παίξει ο ίδιος δημοσιογράφος. Ίσως κάποιος, μέσα από αυτήν την διαδικασία, εξελιχθεί σε έναν καλό δημοσιογράφο. Αυτό θα είναι ένα μικρό ποσοστό, και είναι πολύ θετικό ότι του έδωσε τη δυνατότητα αυτή το διαδίκτυο και η ανάπτυξη της τεχνολογίας. Ο υπόλοιπος κόσμος, όμως, οι κοινωνίες των πολιτών έχουν ανάγκη από αξιόπιστη ενημέρωση, πληροφόρηση.

Αναφερόμενη στις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο ρόλο του δημοσιογράφου ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, η κ. Ιορδανίδου ανέφερε ότι η δημοσιογραφία είναι ένα αέναα μεταβαλλόμενο πεδίο. Κανείς δεν πρέπει να θεωρήσει τίποτε δεδομένο. Δεν υπάρχει ραστώνη, δεν υπάρχει χαλάρωση, δεν υπάρχει δεδομένη κατάσταση. Ανέφερε ως παράδειγμα ότι ξεκίνησε το μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο ΑΠΚΥ το 2011 και μέχρι το 2016 έχει κάνει πέντε αναδιαρθρώσεις. Όπως λέει ένας καθηγητής φιλοσοφίας την ρώτησε μήπως αυτές οι αλλαγές δημιουργούν ανασφάλεια καθώς οι άνθρωποι βλέπουν ότι αλλάζει κάθε χρόνο το μεταπτυχιακό και θα νομίζουν ότι «δεν ξέρετε τι σας γίνεται». Και η απάντηση είναι ότι τρέχουμε πίσω από τα γεγονότα. Όπως είπε η κ. Ιορδανίδου κανένα άλλο επιστημονικό πεδίο δεν συλλαμβάνει τι συμβαίνει στην επικοινωνία, την ταχύτητα με την οποία αλλάζουν τα δεδομένα.

Μέσα στον ίδιο χρόνο, όπως λέει,  φτιάχνει πολυμεσικά υλικά για να προλαβαίνει τα νέα σημεία που χρειάζονται οι δημοσιογράφοι. Ο δημοσιογράφος δεν μπορεί να προχωρήσει, αν δεν αποκτά συνεχώς νέες δεξιότητες και νέα εργαλεία. Και τώρα περισσότερο από ποτέ χρειάζεται να συνδεθεί με το σύμπαν: με την πολιτική, την οικονομία, την οικονομία, την κοινωνιολογία, τη φιλοσοφία. Αν δεν καταλάβει πώς συνδέονται αυτές οι επιστήμες με το εφαρμοσμένο κομμάτι της δουλειάς του, με το πώς αυτό επηρεάζει τον τρόπο που δουλεύει, δεν θα είναι ποτέ καλός δημοσιογράφος. Η ευμάρεια των  προηγούμενων δεκαετιών, ευτυχώς, όπως σημείωσε, λιγότερο στην Ελλάδα, λειτούργησε καθησυχαστικά.

Ο δημοσιογράφος έμπαινε ευκολότερα στο πεδίο, επειδή γνώριζε κάποιον ή κάποια. Αυτό μπορεί να ήταν εύκολο για κάποιες εποχές, αλλά σίγουρα δεν ήταν συνδεδεμένο με το τι πραγματικά εκπροσωπεί η δημοσιογραφία. Τώρα μπορεί να μην είναι καλή στιγμή για το δημοσιογράφο, μπορεί να νιώθει εκτοπισμένος αυτός που πραγματικά αγαπά τη δημοσιογραφία, γιατί τη θέση του πήραν άνθρωποι που δεν είναι δημοσιογράφοι, αλλά μπορεί να εξυπηρετούν καλύτερα το σημερινό γίγνεσθαι, αλλά δεν μπορεί, εκτιμά η κ. Ιορδανίδου, να είναι το τελικό αποτέλεσμα αυτό. Κρίση είναι θα περάσει. Γιατί αυτές οι έννοιες είναι διαχρονικές. Είναι έννοιες που συντροφεύουν τις ανάγκες του ανθρώπου. Πάντα θα έχει ανάγκη ο άνθρωπος από ενημέρωση ορθή, που θα μπορέσει να τον βοηθήσει να πάρει τις σωστές αποφάσεις.

Τέλος, όσον αφορά στη σχέση ακαδημαϊκής και πρακτικής - εφαρμοσμένης δημοσιογραφίας, η Σοφία Ιορδανίδου υπογράμμισε ότι σαφώς και δεν υπάρχει διχασμός μεταξύ τους. Υπενθύμισε ότι η ίδια προέρχεται από το πεδίο, έχει δουλέψει πολλά χρόνια στην εφαρμοσμένη δημοσιογραφία και επικοινωνία, μπροστά και πίσω από τις κάμερες, σε θέσεις δημοσιογραφικές, διοικητικές, ερευνητικές, ακαδημαϊκές και ανέφερε ότι δεν καταλαβαίνει αυτήν την απόσταση.

Είπε ότι περισσότερο παλεύει με την ακαδημία παρά με την εφαρμοσμένη δημοσιογραφία. Και αυτός είναι ο τίτλος του βιβλίου που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει για το αν η δημοσιογραφία είναι επιστήμη, τέχνη ή τεχνική. Γιατί από τη στιγμή που η αγορά συνδεόμενη με την ακαδημία αποφάσισε ότι η δημοσιογραφία είναι επιστήμη και θα διδάσκεται στο πανεπιστήμιο, δεν μπορεί παρά να βγάζει ανθρώπους έτοιμους να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες της κοινωνίας των πολιτών. Να συνδέει το ακαδημαϊκό και επιστημονικό υπόβαθρο που είναι απαραίτητο για αυτόν που κάνει τη δουλειά που λέγεται δημοσιογραφία.

Όπως ανέφερε\, κατανοεί ότι ζούμε μια κρίση γι’ αυτό και γίνεται νυχθημερόν προσπάθεια και στο Μεταπτυχιακό και στο Ινστιτούτο για να υπάρξουν νέα εργαλεία, δρόμοι και τρόποι να βοηθηθεί η κατάσταση, γιατί πραγματικά συνδέεται όλο αυτό που γίνεται στο πανεπιστήμιο με την αγωνία και την ανασφάλεια της εφαρμοσμένης δημοσιογραφίας.

«Αυτό το τριήμερο συνέδριο σε καμία περίπτωση δεν ήταν αποτέλεσμα μιας ακαδημαϊκότητας απομακρυσμένης από το δημοσιογραφικό γίγνεσθαι», είπε. Οι άνθρωποι που συμμετείχαν ήταν όλοι δημοσιογράφοι με ακαδημαϊκή υποστήριξη, αλλά που ασχολούνται με δημοσιογραφία δεδομένων, με μέσα κοινωνικής δικτύωσης, π.χ. ο Νταν Γκίλμουρ, ήταν μια ζωή δημοσιογράφος που μπήκε τώρα στο Πανεπιστήμιο και έχει ακριβώς αυτόν τον τίτλο Καθηγητής Πρακτικής. Και αυτό είμαι και εγώ και οι καθηγητές που διδάσκουν δημοσιογραφία στο πρόγραμμα.

«Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα στην ακαδημία και στην αγορά, αλλά ο λόγος που μπήκαν ορισμένα αντικείμενα στο πανεπιστήμιο είναι για να βοηθηθούν αυτοί που θα βγουν για να κάνουν αυτή τη δουλειά. Οι δημοσιογράφοι δεν είμαστε φυσικοί, να τελειώσουμε να πάμε στο Cern για να συνεχίσουμε τη φυσική που μάθαμε. Πρέπει να γράφουμε και να μιλάμε με έναν τρόπο κατανοητό από την κοινωνία των πολιτών, αλλά όχι και πολύ απλοϊκό, γιατί πρέπει να εφοδιάζουμε και τον πολίτη, να του μεταδίδουμε γνώση. Αυτό ακριβώς κατ’ εμέ είναι το καθήκον μας στην ακαδημία, να πάμε ένα βήμα μπροστά την εφαρμοσμένη δημοσιογραφία», ανέφερε.

 

Δημοσιευμένο στις 26-09-2016 στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΚΥΠΕ):

http://www.cna.org.cy/webnews.asp?a=a2056ee015734e58b87d8761f3586000&;window=new