ΚΕΙΜΕΝΟ: Η σκλαβιά του ψεύδους

 

[...] Στον άνθρωπο πού να τελειώνει άραγε το πρόσωπο και ν’ αρχίζει το προσωπείο; – Στο δύσκολο τούτο ερώτημα θα προσπαθήσω να δώσω μιαν απάντηση.

 

Ον προικισμένο με ψυχικό κόσμο, ο άνθρωπος ζει σε δύο διαστάσεις, την «εσωτερική» και την «εξωτερική». Με τον «εαυτό» του και με τους «άλλους», τους συνανθρώπους του. Έτσι η ύπαρξή του μοιράζεται κατά κάποιο τρόπο. Από το ένα μέρος είναι στραμμένη προς τα «μέσα» (αισθάνεται, σκέπτεται, θέλει για τον «εαυτό» του και από τον «εαυτό» του)»· από το άλλο στρέφεται προς τα έξω (αισθάνεται, σκέπτεται, θέλει μαζί με τους «άλλους» και για τους «άλλους»). Έχει λοιπόν δυο τρόπους ή μορφές ύπαρξης: μιαν ατομική («ιδιωτική») και μια κοινωνική («δημόσια»). Ανήκει ταυτόχρονα σε δύο περιοχές: στον «εαυτό» του και στην «ομάδα» μέσα στην οποία έχει ενταχθεί –με τη γλώσσα που μιλεί, με τα ήθη που τηρεί, με το επάγγελμα που ασκεί, με τις αισθηματικές, φιλικές, πολιτικές σχέσεις που δημιουργεί κ.ο.κ.

 

Από τον «εαυτό» μας δεν μας χωρίζει τίποτα· και θα έπρεπε να συνεννοούμαστε απευθείας και άριστα μαζί του. Αν δεν συμβαίνει τούτο (και πραγματικά δεν συμβαίνει, τουλάχιστο στον μέγιστο αριθμό των περιπτώσεων), η αιτία είναι ότι αφ’ ενός ο ψυχικός μας κόσμος έχει βάθος απροσμέτρητο και στρώματα σκοτεινά, ανεξιχνίαστα, αφ’ ετέρου δεν συνηθίζομε ν’ αυτοσυγκεντρωνόμαστε και να εξερευνούμε τους μυστικούς χώρους του είναι μας, να μιλούμε με τον εαυτό μας και να τον «γνωρίζομε». Με τους «άλλους», τους συνανθρώπους, άμεση επικοινωνία δεν υπάρχει. Για να τους καταλάβομε και να μας καταλάβουν, πρέπει και μεις και κείνοι να «φανερωθούμε». Δηλαδή να εξωτερικέψομε συμβολικά (με το μορφασμό, τη χειρονομία, το λόγο κτλ.) αυτό που αισθανόμαστε, σκεπτόμαστε ή θέλομε –αυτό, με μια λέξη, που ζούμε μέσα μας. Η έκφραση είναι η γέφυρα προς τους άλλους, και των άλλων προς εμάς. Σ’ αυτήν απάνω και με αυτήν συναντιόμαστε με τον συνάνθρωπο· του ανοίγομε τον εσωτερικό μας κόσμο και αυτός μας ανοίγει τον δικό του· του προσφερόμαστε και μας προσφέρεται· τον εννοούμε και μας εννοεί.

 

Εδώ όμως αρχίζει να δημιουργείται το πρόβλημα. Από την ώρα που κανείς δεν μπορεί να μπει μέσα μας, να ιδεί και να ακούσει τι γίνεται στην ψυχή μας, αλλά κατ’ ανάγκη στέκεται σ’ εκείνο που εμείς του δείχνομε (με την έκφραση) –ο άνθρωπος γίνεται ένα μεγάλο αίνιγμα. Ό,τι φανερώνει (με τις αλλοιώσεις της φωνής, τις λέξεις και τις αποχρώσεις τους, τη στάση και τις κινήσεις κ.ο.κ.) μπορεί να είναι αληθινή απεικόνιση των πραγματικών βιωμάτων του, αλλά και ψεύτικη, απατηλή κατασκευή, προσποίηση και υποκρισία. Αυτό που βγάζομε προς τα έξω και «φανερώνομε» δεν είναι πάντοτε και κατά κανόνα γνήσια και ακριβής έκφραση του ενδόμυχου1 είναι μας, αλλά πολύ συχνά προθήκη, βιτρίνα, όπου εκθέτομε σε κοινή θέα σκέψεις που δεν κάνομε, αισθήματα που δεν νιώθομε, θελήματα που δεν έχομε. Τότε δεν δείχνομε στους άλλους το πρόσωπό μας, αλλά το προσωπείο μας.

 

Στη χρήση του προσωπείου μπορούμε να διακρίνομε τρεις κύριες περιπτώσεις: τη σύμβαση, το ψεύδος και τη νοθεία. Κοινότερη και αθωότερη είναι η πρώτη. Τίτλοι, επάγγελμα και θέση μέσα στο κοινωνικό σύνολο επιβάλλουν στο άτομο μια προσαρμογή που φτάνει έως το σημείο να γίνεται ό,τι προσδοκούν οι άλλοι απ’ αυτό, ή ό,τι θέλει να βλέπουν απάνω του οι άλλοι. Το «περιβάλλον» δεν ενεργεί μόνον ισοπεδωτικά (ενσταλάζει2 με την ιστορία, την παράδοση και τον εθισμό ομοιόμορφες πεποιθήσεις, αισθήματα, βλέψεις, όπως και στερεότυπους τρόπους συμπεριφοράς), αλλά και με τις ειδικές κατά περιοχή απαιτήσεις του «επιθέτει» απάνω στα άτομα (σα σφραγίδες) ορισμένες «μορφές ζωής» που από το εξωτερικό εισχωρούν σιγά-σιγά στο εσωτερικό τους, τα εμποτίζουν (σαν ισχυρά οξέα) και τα φτιάχνουν κατ’ εικόνα και ομοίωση του αντίστοιχου προτύπου: «ο κύριος καθηγητής», «ο κύριος σύμβουλος», «ο κύριος δικαστής», «ο κύριος πρεσβευτής», «ο κύριος επιτελάρχης» κ.ο.κ. Λίγο ως πολύ (όπως πολύ ορθά παρατηρεί και σημειώνει ο C. G. Jung3 στον χαρακτηρισμό της «persona») όλοι οι άνθρωποι υφίστανται την υποβολή των ανώνυμων και απρόσωπων δυνάμεων του ειδικού περιβάλλοντος και της κοινής γνώμης, και χρειάζεται να έχει ασυνήθιστες ψυχικές δυνάμεις εκείνος που θα μπορέσει μέσα στην κοίτη του μεγάλου ποταμού να διατηρήσει (στις ιδέες και στα αισθήματα, στη συμπεριφορά και στη γενικότερη τοποθέτηση απέναντι στα προβλήματα της ζωής) μιαν ιδιορρυθμία, τον προσωπικό του τόνο.

 

Ψεύδος και νοθεία στην έκφραση δεν είναι το ίδιο πράγμα. Μολονότι και η μία και η άλλη εκτροπή παρατηρείται όχι μόνο στη συγκινησιακή, αλλά και στη νοητική και στη βουλητική σφαίρα του ψυχικού είναι, ευκολώτερη γίνεται η διαστολή στις συναισθηματικές παρορμήσεις. Άλλα είναι τα αναληθή, τα ψεύτικα συναισθήματα και άλλα τα νόθα. Όταν λ.χ. σκόπιμα παίρνω την εξωτερική πρόσοψη της λύπης, για ν’ αποκρύψω τα αληθινά εσωτερικά γεγονότα του ψυχικού μου κόσμου, υποκρίνομαι, και η έκφρασή μου είναι ένα ψεύδος, που μπορεί να μου προσφέρει πολλές υπηρεσίες: να προσθέσει στην υπόληψή μου, ή στην τσέπη μου. Ούτε λυπούμαι ούτε θέλω να λυπηθώ· προσποιούμαι τον λυπημένο, για να επιτύχω σ’ αυτήν ή σ’ εκείνη την επιδίωξή μου. Στην περίπτωση του νόθου συναισθήματος η κατάσταση είναι διαφορετική. Εδώ είμαι τίμιος στις προθέσεις μου και προσπαθώ με ειλικρίνεια να λυπηθώ για ένα περιστατικό (για το ατύχημα π.χ. ενός συναδέλφου μου), αλλά δεν το κατορθώνω· το «εσωτερικό» μου, το βάθος της ψυχής μου δεν παρακολουθεί (είτε γιατί άλλα, συνειδητά ή ασύνειδα, ελατήρια εμποδίζουν, είτε γιατί η φιλαλληλία ως αληθινό βίωμα είναι μέσα στον ψυχικό μου κόσμο μια φτωχή και ασήμαντη φλέβα). Ντύνομαι λοιπόν εξωτερικά τη λύπη, επειδή ντρέπομαι, φοβούμαι να προδοθώ, αλλά όλη η συμπεριφορά μου είναι απλούστατα μια ηθοποιία. Και στις δύο λοιπόν περιπτώσεις (του ψεύδους και της νοθείας) φορώ μια μάσκα, παρουσιάζομαι εξωτερικά διαφορετικός από κείνον που είμαι εσωτερικά. Αλλά στο ψεύδος έχω στην ψυχή μου ένα γεγονός που με την πλαστή έκφραση το κρύβω, ενώ στη νοθεία μέσα μου υπάρχει κενό· η εξωτερική συμπεριφορά είναι μια φόρμα αδειανή. [...]

 

Με τη μικρή αυτή ανάλυση καταλαβαίνομε, νομίζω, καλύτερα τι είναι στην υπόσταση του ανθρώπου το πρόσωπο, και τι το προσωπείο. Όπου η φανέρωση (έκφραση, λόγος, ζωή) αναβλύζει από τον μέσα μας κόσμο με αλήθεια και γνησιότητα, αυθόρμητα και ειλικρινά, με ακρίβεια και συνέπεια, εκεί είμαστε και για τους άλλους αυτοί που είμαστε για τον εαυτό μας, καθαροί και ακέραιοι· επομένως αυτό που δείχνομε προς τα έξω είναι το πρόσωπο μας. Όπου όμως καμιά αντιστοιχία δεν υπάρχει μεταξύ της εξωτερικής μας επιφάνειας και του εσωτερικού μας είναι, αλλά η φανέρωσή μας είναι μια κατασκευή που έγινε για να κρύψει στους άλλους ό,τι είμαστε για τον εαυτό μας ή για να σκεπάσει το μέσα μας κενό, εκεί αυτό που δείχνομε δεν είναι το πρόσωπο αλλά το προσωπείο μας. Κατά βάθος συμβατικός, ψεύτικος και νόθος είναι ο άνθρωπος που πάσχει από ψυχική πενία, από έλλειψη δημιουργικότητας, από δειλία ή οκνηρία, από αδυναμία (με μια λέξη) να προχωρήσει έως τις πηγές της αληθινής ζωής και εκεί μέσα να καθαρίσει και ν’ ανανεώσει τον εαυτό του. Ο Nietzsche4 διατύπωσε επιγραμματικά αυτή τη μεγάλη αλήθεια. «Όσο μεγαλύτερη» γράφει «είναι η ουσία της πραγματικότητας και η δημιουργική δύναμη του ανθρώπου, τόσο περισσότερο αναπηδάει από τα μέσα προς τα έξω η φυσιογνωμία του· όταν είναι μικρή η δημιουργική δύναμη, η προσωπικότητα διαπλάσσεται από τα έξω προς τα μέσα και διαμορφώνεται κάτω από την επίδραση της παράδοσης, του ειδώλου του παρελθόντος, της κοινωνίας και της κοινής γνώμης».

 

Ο άνθρωπος είναι απ’ όλα τα ζώα το εφευρετικότερο και το ικανότερο να ψευτίζει και τα πράγματα γύρω του και τον ίδιο τον εαυτό του. Για τούτο η αλήθεια έγινε ανέκαθεν ο μεγάλος καημός, το ιδανικό και η αρετή του. Από τα πρώτα βήματα της ζωής το ψεύδος μάς πολιορκεί και προσπαθεί να μας υποτάξει. Αδύνατοι καθώς είμαστε στην αρχή, πριν γνωρίσομε το αληθινό μας πρόσωπο, κατασκευάζομε σιγά-σιγά το προσωπείο μας –για να αμυνόμαστε με τις περισσότερες ελπίδες και να κάνομε τις επιθέσεις μας με τις λιγότερες απώλειες. Όσο δυναμώνομε και πλουτίζομε τον εσωτερικό μας κόσμο, όσο γινόμαστε στερεώτεροι, τόσο η «ηθοποιία» μας στενοχωρεί και μας ντροπιάζει και αναζητούμε στην αλήθεια την ελευθερία μας, το φανέρωμα και την πραγμάτωση του γνήσιου εαυτού μας. Η αναζήτηση αυτή είναι ένας θανάσιμος, τραχύς και επικίνδυνος αγώνας, όπου ελάχιστοι νικούν και σώζονται. Οι πλείστοι πεθαίνουν χωρίς ούτε οι άλλοι, ούτε οι ίδιοι να γνωρίσουν το αληθινό πρόσωπο τους.

Ε. Π. Παπανούτσος, Πρακτική Φιλοσοφία

-----------------------------------------------------------------------------------

1. ενδόμυχος: που βρίσκεται (κρυμμένος) στο βάθος της συνείδησης, της ψυχής κάποιου, μύχιος

2. ενσταλάζω (μτφ.): σιγά σιγά και συστηματικά καλλιεργώ σε κάποιον ένα συναίσθημα, μια διάθεση, μια αντίληψη

3. Καρλ Γιουνγκ (Carl Yung, 1875 – 1961): Ελβετός ψυχίατρος, ψυχολόγος, ιδρυτής της Σχολής της Αναλυτικής Ψυχολογίας

4. Φρειδερίκος Νίτσε (Frederic Nietzsche, 1844 – 1900): Γερμανός φιλόσοφος, κλασικός φιλόλογος και ποιητής, πρόδρομος του υπαρξισμού

 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 

Α1. Να γράψετε στο τετράδιό σας την περίληψη του κειμένου που σας δόθηκε (90-110 λέξεις).

Μονάδες 25

 

Β1. Να επαληθεύσετε ή να διαψεύσετε, με βάση το κείμενο, τις παρακάτω προτάσεις, γράφοντας στο τετράδιό σας δίπλα στο γράμμα που αντιστοιχεί σε κάθε πρόταση τη λέξη Σωστό ή Λάθος:

α. Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και ζει για την ομάδα

β. Συνήθως οι άνθρωποι δεν εξωτερικεύουν τον πραγματικό εαυτό τους

γ. Ο εαυτός μας δεν επηρεάζεται από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμάς

δ. Το ψεύδος και η νοθεία δείχνουν την πραγματική πλευρά του χαρακτήρα του ατόμου

ε. Το προσωπείο είναι η έκφραση του παρελθόντος και της κοινής γνώμης.

Μονάδες 10

 

Β2. Να βρείτε με ποιο τρόπο αναπτύσσεται η έκτη παράγραφος (Ψεύδος και νοθεία... μια φόρμα αδειανή) του κειμένου.

Μονάδες 5

 

Β3. α. Να γράψετε τα αντώνυμα των παρακάτω λέξεων:

εκθέτομε, ομοίωση, διαστολή, αυθόρμητα

Μονάδες 4

 

β. Σε κάθε ένα από τα παρακάτω αποσπάσματα, να αναγνωρίσετε τη λειτουργία της γλώσσας στις υπογραμμισμένες φράσεις (μονάδες 2) και να αποδώσετε τη σημασία τους μονολεκτικά ή περιφρασυικά (μονάδες 4)

1. «ο ψυχικός μας κόσμος έχει βάθος απροσμέτρητο»

2. «Ντύνομαι λοιπόν εξωτερικά τη λύπη»

Μονάδες 6

Σύνολο μονάδων 10

 

Β4. α. Να εξηγήσετε τη χρήση της παρένθεσης στην παρακάτω φράση «Όπου η φανέρωση (έκφραση, λόγος, ζωή) αναβλύζει από τον μέσα μας κόσμο») της 7ης παραγράφου.

Μονάδες 5

 

β. «Από τα πρώτα βήματα της ζωής το ψεύδος μάς πολιορκεί».

Να αναγνωρίσετε το είδος της σύνταξης (ενεργητική – παθητική) και να το μετατρέψετε στο άλλο είδος.

Μονάδες 5

 

Γ1. Ποια, κατά τη γνώμη σας, είναι τα κύρια στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον ολοκληρωμένο άνθρωπο; Πιστεύετε ότι τα στοιχεία αυτά συναντώνται συχνά στον άνθρωπο της εποχής μας; (400-500 λέξεις).

Μονάδες 40