ΚΕΙΜΕΝΟ: Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία ε, 165-211

 

Μίλησε κι αναχώρησε ο κρατερός Αργοφονιάς. Kι εκείνη, σεβαστή νεράιδα,

πήγε να βρει τον μεγαλόψυχο Oδυσσέα, στην προσταγή του Δία υπάκουη.

Τον βρήκε εκεί να κάθεται στο περιγιάλι, ούτε στιγμή δεν στέγνωναν

τα μάτια του απ’ το κλάμα, έλιωνε η γλυκιά ζωή του

απ’ τον καημό του γυρισμού, κι οδύρονταν,

αφού καμιά χαρά δεν του έδινε τώρα η νεράιδα.

Τις νύχτες αν κοιμότανε μαζί της στο βάθος της σπηλιάς,

το ’κανε απ’ ανάγκη· το ’θελε εκείνη, εκείνος όχι.

Τις μέρες όμως τις περνούσε κρεμασμένος σε βράχια κι ακρωτήρια,

τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες,

με μάτια βουρκωμένα, στυλωμένα πάντα στο άκαρπο πέλαγος.

Κοντά του στάθηκε αρχοντική η θεά και τον προσφώνησε:

«Δύσμοιρε, δεν έχεις λόγο πια να οδύρεσαι, να χαραμίζεις

τη ζωή σου με το κλάμα. Tο πήρα απόφαση, θα σε κατευοδώσω.

Εμπρός λοιπόν, πελέκησε μακριά μαδέρια, συνάρμοσέ τα

με καρφιά και φτιάξε μια σχεδία πλατιά· στήριξε πάνω της

ψηλά δοκάρια, να σε ταξιδέψει στο γαλάζιο πέλαγος.

Εγώ σου δίνω ψωμί, νερό και κόκκινο κρασί, να ’χεις να ζεις,

να μην πεθάνεις απ’ την πείνα.

Κι ακόμη ρούχα θα σε ντύσω και πίσω σου θα στείλω ούριο άνεμο,

ώστε να φτάσεις στην πατρίδα σου χωρίς μεγάλη βλάβη,

αν βέβαια το θελήσουν και οι ουράνιοι θεοί,

όσοι με ξεπερνούν στη γνώση και στην πράξη.»

Ρίγησε που την άκουσε πολύπαθος και θείος,

ύστερα μίλησε ο Oδυσσεύς, και πέταξαν τα λόγια του σαν τα πουλιά:

«Το βλέπω· άλλο, θεά, έχεις στον νου σου, όχι τον γυρισμό μου·

που με παρακινείς με μια σχεδία να περάσω το μέγα κύμα της θαλάσσης, τόσο αποτρόπαιο και φοβερό, που μήτε

ισόρροπα και γρήγορα καράβια να το περάσουν δεν μπορούν,

κι ας έχουν πίσω τους πρίμο το αγέρι του Διός.

Σ’ το λέω, εγώ δεν πρόκειται ν’ ανέβω σε σχεδία,

αν πράγματι εσύ δεν το ’χεις αποφασισμένο.

Εκτός κι αν δέχεσαι τον μέγα όρκο να προφέρεις, πως άλλο πια κακό δεν σκέφτεσαι για μένα.»

Όπως τον άκουσε η Kαλυψώ, αρχοντική θεά, του χαμογέλασε,

το χέρι της απλώνει και τον χάιδεψε, μετά μιλώντας είπε:

«Ω, παραείσαι πονηρός κι όχι μονάχα ξύπνιος,

που τόλμησες να ξεστομίσεις τέτοιο λόγο. Λοιπόν, ορκίζομαι

σ’ αυτή τη γη και στον απέραντο ουρανό που μας σκεπάζει,

στο κατακόρυφο νερό της Στύγας [...]:

αληθινά δεν σκέφτομαι κακό για σένα· όσα στον νου μου έχω και στοχάζομαι,

θα τα σκεφτόμουν και για μένα, αν τύχαινε την ίδια να με βρει

παρόμοια ανάγκη. Σ’ το βεβαιώνω:

είναι καλόγνωμος ο νους μου, δεν κρύβω μες στα στήθη

καρδιά από σίδερο, σπλαχνίζομαι κι εγώ».

 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1. Να δώσετε μία σύντομη ερμηνεία για τους παρακάτω όρους.

προοικονομία, επιβράδυνση, τραγική ειρωνεία, ανθρωπομορφισμός, επιφάνεια

                                                                         (μονάδες 4)

2. α. Με ποιον τρόπο η Καλυψώ αποκαλύπτει στον Οδυσσέα ότι θα τον αφήσει να φύγει από το νησί της; Μοιάζει με του Δία και του Ερμή;

                                                                        (μονάδες 2)

β. Τι ζητάει ο Οδυσσέας από την Καλυψώ για να την πιστέψει; Εκείνη πώς αντιδρά;

                                                                      (μονάδες 2)

3. α. Να γράψετε το νόημα του αποσπάσματος και να δώσετε έναν τίτλο σε όλο το απόσπασμα.

                                                                          (μονάδες 3)

β. Να βρείτε μέσα στο απόσπασμα μια οπτική εικόνα και να την περιγράψετε.

                                                                      (μονάδες 3)

4. Να χαρακτηρίσετε την Καλυψώ και τον Οδυσσέα από το απόσπασμα που σας δίνεται. Για να κάνετε τον χαρακτηρισμό σας να χρησιμοποιήσετε και επίθετα μέσα από το κείμενο που αναφέρονται και στους δυο.

                                                                           (μονάδες 6)

- Στην τέταρτη ερώτηση αντί για δύο υποερωτήσεις, δόθηκε μία. Η βαθμολόγηση ωστόσο έγινε κανονικά ως τέταρτη ερώτηση.

 

Μηλιάδου Αλεξάνδρα, Φιλόλογος Γυμνασίου Μεταξάδων